Τα κείμενά μου σε αυτή την σελίδα δημοσιεύθηκαν (ή προορίζονταν για δημοσίευση) σε
εφημερίδες,  περιοδικά και διάφορες ιστοσελίδες. Δεν αντανακλούν πάντα
τις προσωπικές μου απόψεις αλλά θεωρώ ότι έχουν ενδιαφέρον.


Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021 13:43

50 χρόνια «Ευδοκία»: Ο Λάκης Παπαστάθης μιλά για το παρασκήνιο της ταινίας που άφησε εποχή

Written by

Για κάποιους είναι η πιο σημαντική ταινία του ελληνικού σινεμά αν και τέτοιου είδους τίτλοι δεν έχουν και πολύ σημασία. Κάθε τι μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό στην εποχή του και η σημαντικότητά του ή η επιδραστικότητά του αξιολογούνται αρκετά αργότερα, όταν θα είναι πια ορατά τα αποτελέσματα του αποτυπώματος που θα αφήσει.

Για τον ελληνικό σινεμά η Ευδοκία ήταν μια τομή, για πολλούς λόγους.
Και όχι μόνο για το γνωστό ζεϊμπέκικο του Μάνου Λοΐζου που είναι ίσως το πιο πολυακουσμένο λαϊκό κομμάτι. Σίγουρα οι περισσότεροι έμαθαν για την ταινία από το ζεϊμπέκικο και πάρα πολλοί παρακινήθηκαν για να δουν την ταινία πάλι από το ζεϊμπέκικο.

credits: Εκδόσεις Πατάκη, Λάκης Παπαστάθης

«Για να πούμε την αλήθεια, η μουσική του Μάνου Λοΐζου έπαιξε ρόλο στο να γίνει γνωστή η ταινία» θα μας πει ο Λάκης Παπαστάθης, νέος κινηματογραφιστής στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και βοηθός του Αλέξη Δαμιανού στην ταινία.
«Όμως τώρα πια μπορούμε να πούμε και δεν νομίζω ότι αυτό θίγει τη μνήμη του φίλου μας του Μάνου εκεί που βρίσκεται, ότι ο ίδιος βασίστηκε πάνω στις μελωδίες που του τραγουδούσε ο Αλέξης Δαμιανός όταν έκανε την ταινία. Τραγουδούσε ο Αλέξης Δαμιανός το βυζαντινό μοτίβο και ο Μάνος έκανε τις παραλλαγές.
Στη γνωστή σκηνή της ταβέρνας που ακούγεται το ζεϊμπέκικο ο Αλέξης είχε βάλει ένα άλλο κομμάτι να παίζει, ένα του Βαμβακάρη. Το ζεϊμπέκικο γράφτηκε μετά και αυτό συγκίνησε πάρα πολύ τον Αλέξη. Η αναγνώριση του ζεϊμπέκικου και της ταινίας εξελίχθηκαν παράλληλα.»

credits: Εκδόσεις Πατάκη, Λάκης Παπαστάθης

Με αφορμή τα «50στα γενέθλια» της Ευδοκίας, καθώς έκανε πρεμιέρα το 1971 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, συναντήσαμε τον σκηνοθέτη και παραγωγό Λάκη Παπαστάθη και του ζητήσαμε να θυμηθεί κάτι από τα παρασκήνια της ταινίας και της καθοριστικής όπως λέει ο ίδιος, γι αυτόν εμπειρία να συμμετέχει σε αυτή την ιστορική ταινία.
«Η Ευδοκία αντιμετωπίστηκε κάπως χλιαρά στην αρχή με δημοσιογραφικού επιπέδου
κριτικές αλλά μετά συνέβη κάτι περίεργο. Όχι από τους κριτικούς κινηματογράφου αλλά από ένα κομμάτι της ελληνικής διανόησης. Έβλεπαν την ταινία και την αγαπούσαν. Γιατί η Ευδοκία είναι μια ταινία που με το ένα πόδι πατά στην παραδοσιακή αφήγηση και με το άλλο στη νεωτερικότητα. »

Η ιστορία της ταινίας λίγο ως πολύ γνωστή. Ένας έφεδρος λοχίας και μια πόρνη ερωτεύονται κόντρα σε όλα τα στερεότυπα και τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής, που θέλουν μια πόρνη να μην επιτρέπεται να ερωτευτεί και έναν άντρα να μπορεί να πάει με μία πόρνη, αρκεί να μην την ερωτευτεί και κυρίως να μην τη νυμφευθεί, γιατί «θα πρέπει η γυναίκα που θα παρουσιάσει στη μάνα του και στους φίλους του να είναι καθαρή και τίμια.»
Η ταινία του Δαμιανού πάει κόντρα σε όλες τις συμβάσεις τόσο της κοινωνίας όσο και του κινηματογράφου της εποχής που θέλει happy end, τους αμαρτωλούς ήρωες να αναβαπτίζονται ή να τιμωρούνται, το καλό να κερδίζει το κακό και το κορίτσι να παντρεύεται το αγόρι. Οι ήρωες της Ευδοκίας, δεν μετανιώνουν, δεν αναβαπτίζονται και αν ηττώνται, η ήττα τους αυτή μας δίνει την αίσθηση τα προσωρινότητας.
Η αυθεντικότητα και μοναδικότητα της ταινίας έγκειται επίσης και στην επιλογή των ηθοποιών για τους ρόλους και στο γεγονός ότι ήταν επαγγελματίες και ερασιτέχνες μαζί, που οι μεν έπρεπε «να ξεχάσουν τις τεχνικές και όσα ήξεραν για να μπορέσουν να φτάσουν σε μια αυθεντικότητα του ρόλου όπως την είχε ο Δαμιανός στο μυαλό του και οι δε να μάθουν να παίζουν» μας λέει ο Λάκης Παπαστάθης.
«Το παρακολούθησα και ήταν κάτι συγκλονιστικό. Ο Αλέξης έπαιζε τις ατάκες τους και όταν οι λοχίας και η Ευδοκία, προσπαθούσαν να τον μιμηθούν, δεν το δεχόταν. Γιατί ήθελε να βρουν κάτι δικό τους.»

credits: Εκδόσεις Πατάκη, Λάκης Παπαστάθης

Η προετοιμασία ξεκίνησε το 1968, μέσα στη χούντα, που κυριαρχούσε ο εμπορικός κινηματογράφος, οι ταινίες του Τζέιμς Πάρις με όλο το εθνικοπατριωτικό περιτύλιγμα και σε αυτή τη δύσκολη εποχή βγαίνει το 1971και η Ευδοκία. «Ο Αλέξης ήξερε ότι θα έχει προβλήματα με τη χούντα και γι αυτό φρόντισε η ταινία να είναι ξένη παραγωγή βάζοντας ως παραγωγό ένα φίλο του στην Αγγλία. Πίστευε ότι αυτό θα τον προστατεύσει από τη λογοκρισία και είναι ένας από τους λόγους που η ταινία γυρίστηκε στα αγγλικά.
Από εκεί και πέρα όμως, έρχονταν οι υπεύθυνοι της λογοκρισίας και κάτι δεν τους πήγαινε καλά. Αλλιώς τα ήξεραν τα πράγματα. Ωστόσο καμάρωναν τη λεβεντιά του λοχία. Και εκεί σκεφτήκαμε ότι έπρεπε να τους πείσουμε ότι όλη η ταινία δείχνει τη λεβεντιά αυτού του παιδιού που αν και στο τέλος προσωρινά ηττάται ξέρουμε ότι θα ξανασταθεί στα πόδια του. Αυτό τους άρεσε πάρα πολύ όπως και οι σκηνές με τους φαντάρους στο στρατόπεδο.»

Η Ευδοκία ήταν επίσης και μια απόπειρα ενός σύγχρονου, για την εποχή, ρεαλισμού όσον αφορά την αισθητική. Η μιζέρια στις παρυφές της πόλης, οι χωματόδρομοι, τα αυθαίρετα γύρω από βιομηχανικές ζώνες, ο ήλιος που καίει τα χρώματα και τις σκιές των προσώπων, γίνονται ένα ντεκόρ, είδωλο της πραγματικής Ελλάδας που προσπαθεί να επιβιώσει.

«Η ταινία είναι και ένα δοκίμιο για την αισθητική της εποχής. Θυμάμαι όταν με τον Αλέξη ψάχναμε να βρούμε το σπίτι της Ευδοκίας, εκεί στα Άνω Λιόσια στα τεμαχισμένα οικόπεδα εγώ φανταζόμουν ότι θα έβρισκε ένα μίζερο σπίτι. Κι όμως διάλεξε ένα σπίτι φρεσκοφτιαγμένο, με ωραία γύψινα με αισθητική της εποχής. Κιτς, όχι ωραίο. Ωραίο για την ταινία» θυμάται ο Λάκης Παπαστάθης.

Πενήντα χρόνια μετά, η Ευδοκία παραμένει ένα κινηματογραφικό ντοκουμέντο που συγκινεί. Παρά το γεγονός ότι οι χαρακτήρες της ταινίας απέχουν πολύ από τα σημερινά πρότυπα, συνεχίζουν να συγκινούν για την αυθεντικότητά τους η οποία ισοπεδώνεται από τον έρωτα που κυριαρχεί τόσο κινηματογραφικά, μέσα από το σενάριο και τη σκηνοθεσία του Αλέξη Δαμιανού όσο και φαντασιακά στον κάθε θεατή, μέσα από τα λαμπερά πρόσωπα της Ευδοκίας (Μαρία Βασιλείου) και του λοχία (Γιώργος Κουτούζης).

Για την ημέρα της απονομής των βραβείων στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1971 η Άρτεμις Δαμιανού είχε πει:

Κάποιοι από το φεστιβάλ μάς τηλεφώνησαν την ημέρα της απονομής και μας είπαν να ντυθούμε με τα καλά μας και να καθίσουμε μπροστά μπροστά για να σηκωθούμε να πάρουμε το βραβείο. Όταν εκφώνησαν το βραβείο της Μαρίας, είπαμε μέσα μας σαρώσαμε, τα πήραμε όλα. Μετά όμως τίποτα, κανένα άλλο βραβείο. Αργότερα μάθαμε πως κάποιος τηλεφώνησε στο Επιτελείο καταγγέλλοντας πως το έργο είναι επαναστατικό και μην τυχόν και δώσουνε κανένα βραβείο. Από τότε άρχισαν να έρχονται οι ταγματαρχαίοι και οι συνταγματαρχαίοι να δουν την ταινία και ψάχνανε πού είναι επαναστατικό το φιλμ και πού δεν είναι. Αυτό γινόταν δύο τρεις μήνες μέχρι να δώσουν άδεια. Η καταγγελία έλεγε πως διασύρεται ο στρατός, Και έρχονταν οι άνθρωποι να δουν πού διασύρεται. Αυτοί δεν το βλέπανε και ενθουσιαζόντουσαν! Και λέγανε πως εμείς δεν έχουμε δει ποτέ τέτοιο άλκιμο στρατό! Τελικά δώσανε την άδεια προβολής.


Στο πολύτομο έργο του «Η ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου» γράφει ο Γιάννης Σολδάτος:

«Η Ευδοκία είναι μια πόρνη. Ένα πρόσωπο, ένα επάγγελμα, τοποθετημένο στο περιθώριο της αστικής ηθικής. Απορριπτέο και ταυτόχρονα αναγκαίο για την άσκηση της εξουσίας της.
Ο Δαμιανός αποφεύγει από την πρώτη στιγμή τις σχηματοποιήσεις και τους αφορισμούς και με νατουραλιστική επιμονή δεν αφήνει να του ξεφύγει τίποτε. Θέλει όταν η ταινία του θα πάρει την ολοκληρωμένη της μορφή, όπου θα κινείται άνετα σε όλο το φάσμα από το νατουραλισμό στον υπερρεαλισμό, να στέκεται με την πληρότητα ενός κόσμου που με τόση επιμονή και υπομονή έχει κατασκευάσει ο δημιουργός του.

Η ταινία είναι απόλυτη. Δεν σηκώνει αντιρρήσεις. Οι αστικές έννοιες της λεβεντιάς, της περηφάνιας και της φολκλορικής ομορφιάς, που εισάγει, για παράδειγμα, ο Κακογιάννης στη Στέλλα, στο Δαμιανό είναι ανύπαρκτες. Αυτός ο κόσμος δεν είναι φολκλόρ. Πλάνα γυρισμένα καταμεσήμερο, εικόνες «καμένες» στο σκληρό φως, φέρνουν στο τοπίο αναγωγές από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα, στις αλάνες και στα παράνομα χαμόσπιτα.
Τούτο το «σκληρό τοπίο» του Ρίτσου και του Τσαρούχη σε πνίγει από παντού. Σου δίνει την εντύπωση ότι είτε ζεις είτε δεν ζεις εδώ, είναι το ίδιο πράγμα. Και οι φαντάροι με τις ασκήσεις τους μες στο μεσημέρι είναι φυσικό εξάρτημα του χώρου. Κάποια στιγμή ακούγεται από ένα τραγούδι η λέξη «επανάσταση» από τον ύμνο της 21ης Απριλίου. Κι αυτό αναγκαίο και άχρηστο συμπλήρωμα.
Η πόρνη γνωρίζει το στρατιώτη. Η αρχή της τραγωδίας.

Η ταινία δεν είναι μελό για να επανέλθει η πόρνη μετά από μερικά παραστρατήματα στον ίσιο δρόμο και η κατάσταση να βολευτεί. Ο αυτοματικός κώδικας συμπεριφοράς αυτών των προσώπων μπαίνει σε λειτουργία. Η πόρνη διώχνει το νταβατζή της. Ο τελευταίος το κρατάει μέχρι να 'ρθει η ώρα που θα καθαρίσει, σύμφωνα με τους κώδικες της δικής του συμπεριφοράς. Της συμπεριφοράς της κάστας του.
Μια πόρνη λόγω επαγγέλματος δεν έχει δικαίωμα να ερωτεύεται, ούτε καν να νοιώθει σαρκική ικανοποίηση. Ένας πελάτης της δεν πάει ποτέ σ' αυτή για να συνάψει σχέσεις μαζί της. Ολόκληρος ο αστικός μύθος των ερωτικών σχέσεων έχει μετατραπεί σε μια αγορά με την ανοχή και την υποστήριξη της αστικής ηθικής, που δεν πρόκειται να ανεχθεί καμιά παρατυπία στους ρόλους που έχει τάξει στην καθένα.

Η πόρνη είναι πόρνη και η επανένταξη της στην «ηθική» μικροαστική κοινωνία μόνο λαθραία μπορεί να κερδηθεί και με βαρειά αντίτιμα. 'Όταν τώρα αυτή βλέπει σαν «γη της επαγγελίας» την επανένταξή της, με πρώτο στόχο τον γάμο και τον μόνιμο ερωτικό σύντροφο, αρχίζει η σύγκρουση τόσο με το χώρο της, όσο και με τον άλλο χώρο, αυτόν που θέλει να βρεθεί.
Για τον στρατιώτη η σύγκρουση είναι εσωτερική. Η Ευδοκία τον έλκει σαν γυναίκα μα τον απωθεί σαν πόρνη. Οι δύο συγκρούσεις, της Ευδοκίας με τον χώρο και του στρατιώτη με τον εαυτό του, οδηγούνται προς την τραγική τους έκβαση, όταν φτάνουν στην κορύφωση. Η σκηνή που ο πρώην νταβατζής και οι φίλοι του δέρνονται με το στρατιώτη και την Ευδοκία να σκούζει στην αλάνα, είναι από τις κορυφαίες του ελληνικού κινηματογράφου. Φέρνει στο νου εκείνο το χορό και το μαχαίρωμα του ανθρωπάκου δράκου στο Δράκο του Κούνδουρου. Και οι δύο ταινίες πέτυχαν μια πολυσήμαντη θεώρηση της Νεοελληνικής κοινωνίας και δίκαια, έστω και καθυστερημένα, αναγνωρίστηκε η πολυτιμότητά τους μέσα στον κινηματογράφο μας.
Στο Φεστιβάλ της «οργής», όπως το αποκάλεσαν οι δημοσιογράφοι η Ευδοκία κέρδισε (λέξη χωρίς νόημα φυσικά) το βραβείο γυναικείου ρόλου (Μαρία Βασιλείου) και στη συνέχεια απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία για αρκετό καιρό.»

Θερμές ευχαριστίες στις Εκδόσεις Πατάκη για την παραχώρηση άδειας αναδημοσίευσης του υλικού από το βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη, «Όταν ο Δαμιανός γύριζε την Ευδοκία»
Ευχαριστούμε επίσης τον Γιάννη Σολδάτο και τις εκδόσεις Αιγόκερως για την άδεια αναδημοσίευσης αποσπάσματος από το πολύτομο έργο του, «Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου»

Δημοσιεύθηκε στο CNN Greece 5/6/2021

Read 26 times