Την ίδια στιγμή που η Οδύσσεια κυριαρχεί στους κινηματογράφους παίζεται και αυτό το έργο τέχνης σε αποκατεστημένη κόπια, (δεν ξέρω αν παίζεται ακόμη). Δεν είχε τύχει να το δω και ούτε το είχα επιδιώξει παλιότερα, (άλλωστε είναι πολλά αυτά που θα θέλαμε να είχαμε δει και αυτά που δεν θα προλάβουμε ποτέ να δούμε).
Πήγαμε με τον 19χρονο γιό μου να δούμε τις Αρμονίες Βερκμάιστερ του Μπέλα Ταρ και φύγαμε αποσβολωμένοι (ο καθένας για άλλους λόγους αλλά στη συνέχεια μετά από σχετική συζήτηση οι λόγοι συνέκλιναν). Δυο εβδομάδες μετά, δεν περνά μέρα που να μην σκέφτομαι έστω και για λίγο την ταινία και νιώθω μια ανάγκη να την ξαναδώ. Πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο, ότι το σινεμά ήταν γεμάτο (και από ότι έμαθα ήταν σε όλες τις προβολές γεμάτο ή σχεδόν γεμάτο) και μάλιστα με πολύ νέο κόσμο. Δηλαδή με νέους ανθρώπους που μάλλον δεν έχουν δει αρκετό τέτοιους είδους σινεμά, και ούτε έχουν ζήσει την περίοδο των εξεγέρσεων στην Ανατολική Ευρώπη τέλη ’50 και ‘60, ούτε την πτώση του τείχους, γεγονός καθοριστικό, το οποίο αναμόχλευσε τη ιστορία των εξεγέρσεων αυτών. Τα ονόματα, Νάγκι, Γκομούλκα, Ντούμτσεκ, θεωρώ πως ήταν άγνωστα στο 90% των θεατών.
Το σημαντικό όμως είναι ότι παρά το γεγονός ότι βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από διαδικτυακά και μιντιακά σκουπίδια, και έναν κινηματογράφο που τα τελευταίες δεκαετίες έχει εγκλωβιστεί σε πολύ συγκεκριμένες φόρμες και οπτικοακουστικά προϊόντα fast food, ένας κόσμος αναζητά νέες εμπειρίες επιστρέφοντας στον παρελθόν. Το παρελθόν του φαίνεται πιο πρωτοποριακό από την εποχή μας, πιο επαναστατικό, πιο ποιητικό.
Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ, δεν είναι μια εύκολη ταινία. Δυόμιση ώρες σε 39 μόλις υπνωτιστικά πλάνα, υποβλητική μουσική, και φωτογραφία που μεταδίδει μυστήριο και δυσφορία κάποιες φορές. Είναι ένα δοκίμιο για τον ανθρώπινο ψυχισμό, το συλλογικό συνειδητό και ασυνείδητο, την ανάγνωση της ιστορίας, ένα δοκίμιο για τις πολλαπλές απαντήσεις πάνω στο ερώτημα: «τι θα γινόταν αν…..», ένα δοκίμιο πάνω στα αποτελέσματα της απογοήτευσης από το τέλος των ψευδαισθήσεων ή από την εξαύλωση των προσδοκιών.
Δυστυχώς αναζητώντας μια ανάλυση ή κριτική της ταινίας στα ελληνικά δεν βρήκα τίποτα, ή καλύτερα, τίποτα ενδιαφέρον που να μπαίνει έστω και λίγο στην διαδικασία της ερμηνείας των αλληγοριών της ταινίας (εγώ τουλάχιστον δεν βρήκα αν κάποιος έχει κάτι υπόψη του ας μου πει και μένα). Ξένοι κριτικοί ωστόσο έχουν αναλύσει αρκετά αυτό το κινηματογραφικό έργο τέχνης αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι ερμηνείες που είδα εγώ, δεν τις βρήκα πουθενά γραμμένες, γεγονός που πιστώνεται ως μια ακόμη επιτυχία στον μεγαλοφυή Μπέλα Ταρ, ο οποίος δημιουργεί ένα έργο με σαφείς αναφορές, αλλά ανοιχτό στο θεατή να προσθέσει τα δικά του στοιχεία και τις δικές του ερμηνείες ανάλογα με γνωστικό του πεδίο.
Η εξέγερση του ΄56 στην Ουγγαρία είναι παρούσα, αλλά είναι το περικείμενο της βασικής ιστορίας η οποία είναι το τέλος των ψευδαισθήσεων για μια καλύτερη ζωή . Οι κοινωνικές τάξεις εμφανίζονται η κάθε μια με το ρόλο της, στα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν. Η τάξη που δεν έχει συνείδηση της κοινωνικής της θέσης καταλήγει στο ψυχιατρείο ενώ αυτή που εξεγείρεται τυφλά, χωρίς κατεύθυνση και ηγεσία, ενεργεί τυφλά, χωρίς σχέδιο, χωρίς ορίζοντα, αδυνατεί να συλλάβει την έννοια του ιστορικού υλισμού και τελικά καταρρέει μπροστά στην εικόνα της «γυμνής ζωής», τον γυμνό ηλικιωμένο άντρα που εμφανίζεται πίσω από την κουρτίνα του μπάνιου. Η εξέγερση υποκύπτει σε μια θρησκευτικού τύπου ερμηνεία της ζωής και των πραγμάτων.
Η πέτρα του σκανδάλου, ο «πρίγκηπας» δηλαδή, τον οποίο ποτέ δεν βλέπουμε και που μιλάει πολωνικά αντί για ουγγρικά, μπορεί να είναι είτε η εξέγερση που έχει προηγηθεί στην Πολωνία είτε η εξέγερση που θα έρθει χρόνια αργότερα από την Πολωνία και τον Πολωνό Πάπα. Με αυτή την έννοια όμως το αποτέλεσμα στης εξέγερσης όπως παρουσιάζεται στην συνέχεια στην ταινία, μια εξέγερσης τυφλής, χωρίς κατεύθυνση, θα μπορούσε να ιδωθεί ίσως και ως το αποτέλεσμα της πτώσης του τείχους και του τέλους κάποιων άλλων ψευδαισθήσεων. Και ας μη μας ξεγελά του σοβιετικό Τ34 τανκ στην άδεια πλατεία στο τέλος της ταινίας.
Όσο για την ταριχευμένη φάλαινα, τα μακάβριο έκθεμα στο κέντρο της πλατείας δυσκολεύτηκα και δυσκολεύομαι να του αποδώσω συμβολισμούς. Την ίδια στιγμή που την ερμηνεύω ως την ουτοπία, την ίδια στιγμή την ερμηνεύω και ως το νεκρό σώμα του απολυταρχισμού που διεκδικεί την νεκρανάστασή του με κήρυκά του έναν Πολωνό δημαγωγό.
Θα μπορούσα να γράψω αρκετά ακόμη. Πολλά από αυτά που σκέφτηκα ή ένιωσα στη συνέχεια τα αναίρεσα. Δεν μπορώ να ξέρω τις πραγματικές προθέσεις του σκηνοθέτη και εξακολουθώ να αμφιβάλλω για αυτά που θεωρώ ότι έχω καταλάβει. Όπως και να χει πρόκειται για ένα σημαντικό έργο τέχνης που το προτείνω σε όποιον θέλει να αναμετρηθεί με την γνώση του για το σινεμά, την αισθητική του, τις πολιτικές του απόψεις, την υπομονή του, την πρόσκαιρη ικανοποίηση που θεωρεί ότι μπορεί να του δώσει μια ταινία.